- Στην Ελλάδα, ο καρκίνος παχέος εντέρου είναι ο 3ος συχνότερος σε άνδες και γυναίκες, ωστόσο είναι ένας από τους πιο εύκολα προλαμβανόμενους τύπους καρκίνου.
- Έχει υπολογιστεί ότι άτομα με έτος γέννησης περίπου το 1990 έχουν διπλάσιο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου σε σύγκριση με άτομα γεννημένα περίπου το 1950 (αν και οι λόγοι για αυτό είναι σύνθετοι, οι ειδικοί θεωρούν ότι η ανθυγιεινή δίαιτα και η καθιστική ζωή πιθανώς να συμβάλλουν σε αυτό).
Πώς ξεκινά ο καρκίνος παχέος εντέρου;
Συνήθως ξεκινά ως ένας πολύποδας, δηλαδή ως μια μικρή βλάβη η οποία αναπτύσσεται στην εσωτερική επιφάνεια του παχέος εντέρου (προσοχή – οι πολύποδες δεν είναι καρκίνος). Μερικοί πολύποδες μπορούν να εξελιχθούν σε καρκίνο σε βάθος χρόνου. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι αδενώματα, που προέρχονται από κύτταρα της επιφάνειας του εντέρου τα οποία παράγουν βλέννη. Τα αδενώματα θεωρούνται προ-καρκινικές βλάβες.
Μπορεί να περάσουν μερικά χρόνια έως ότου ένα αδένωμα να εξελιχθεί σε καρκίνο, οπότε ο καρκίνος ονομάζεται αδενοκαρκίνωμα, που είναι ο συχνότερος τύπος καρκίνου του παχέος εντέρου. Υπάρχουν και άλλοι τύποι, όπως οι νευροενδοκρινείς όγκοι ή ο καρκίνος του πρωκτού, που αφορά τα κύτταρα της περιοχής του πρωκτού.
Στην Ελλάδα, ο καρκίνος παχέος εντέρου αποτελεί τον 3ο συχνότερο, με περίπου 20 νέες διαγνώσεις κάθε ημέρα. Το ποσοστό επιβίωσης στα 5 έτη ανέρχεται σε περίπου 65%. Ωστόσο αυτό το ποσοστό δεν περιλαμβάνει άτομα τα οποία διαγνώσθηκαν την τελευταία 5ετία, καθώς μπορούν να λάβουν πιο εξελιγμένες θεραπείες.
Ποιά είναι τα συχνότερα συμπτώματα;
- Διάρροια ή δυσκοιλιότητα που επιμένει
- Αλλαγή στις κενώσεις, όπως σε μέγεθος κοπράνων, σχήμα ή συχνότητα
- Πόνος ή δυσφορία στην κοιλιακή χώρα
- Αίσθηση ατελούς κένωσης και φούσκωμα
- Ανεξήγητη απώλεια βάρους που συνοδεύεται από αδυναμία
- Αναιμία που μπορεί να εκδηλώνεται με κόπωση, ωχρότητα και δύσπνοια
- Απώλεια βάρους χωρίς δίαιτα
- Παρουσία αίματος στα κόπρανα ή στην τουαλέτα μετά την κένωση
Τα συμπτώματα αυτά δεν υποδηλώνουν απαραίτητα καρκίνο παχέος εντέρου καθώς ενδέχεται να οφείλονται και σε άλλες, συχνότερες παθολογικές καταστάσεις. Ωστόσο, σε περίπτωση νέων, ανεξήγητων συμπτωμάτων ιδιαίτερα όταν αυτά εμμένουν για πάνω από 2 εβδομάδες, είναι απαραίτητο να συμβουλευτείτε ιατρό για περαιτέρω καθοδήγηση.
Πρόληψη για καρκίνο παχέος εντέρου
Οι περισσότεροι προ-κακρινικοί πολύποδες δεν δίνουν συμπτώματα. Οπότε είναι σημαντικός ο τακτικός προληπτικός έλεγχος για καρκίνο παχέος εντέρου, που επιτρέπει στον ιατρό να εντοπίσει και να αφαιρέσει πολύποδες πριν εξελιχθούν σε καρκίνο. Ο προληπτικός έλεγχος προλαμβάνει τις περισσότερες περιπτώσεις καρκίνου του παχέος εντέρου, ενώ μπορεί επίσης να διαγνώσει τον καρκίνο σε πρώιμο στάδιο, όταν οι θεραπείες μπορεί να είναι πιο αποτελεσματικές.
Άνδρες και γυναίκες χωρίς οικογενειακό ιστορικό καρκίνου παχέος εντέρου πρέπει να υποβάλλονται σε προληπτική κολονοσκόπηση κάθε 10 χρόνια μετά την ηλικία των 45 ετών.
Παράγοντες κινδύνου
- Ηλικία: περισσότεροι από το 75% των καρκίνων παχέος εντέρου εμφανίζονται σε άτομα μεγαλύτερα των 55 ετών, με μέση ηλικία διάγνωσης τα 66. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί οι διαγνώσεις ατόμων κάτω των 55.
- Οικογενειακό ιστορικό: άτομα με συγγενείς με ιστορικό καρκίνου παχέος εντέρου ή με πολύποδες έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης τέτοιου καρκίνου
- Φλεγμονώδης νόσος εντέρου: ασθενείς με νόσο Crohn’s ή κολίτιδα εμφανίζουν μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου
- Ατομικό ιστορικό πολύποδων ή καρκίνου παχέος εντέρου
- Κληρονομικά σύνδρομα: μερικές γενετικές διαφορές μπορούν να κληρονομηθούν και να αυξήσουν τον κίνδυνο καρκίνου παχέος εντέρου, όπως πχ. σύνδρομο Lynch
- Διατροφή: διατροφή πλούσια σε κόκκινο κρέας, επεξεργασμένα κρέατα (μπέικον, ζαμπόν, σαλάμι) μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο για καρκίνο παχέος εντέρου
- Παχυσαρκία
- Καθιστική ζωή
- Κάπνισμα
- Κατάχρηση οινοπνευματωδών
Θεραπεία
H θεραπεία για τον καρκίνο παχέος εντέρου εξαρτάται από:
- Το μέγεθος του όγκου
- Την ακριβή θέση του
- Την πιθανή επέκταση σε άλλα μέρη του σώματος
- Το αν ο καρκίνος έχει ορισμένες γενετικές αλλαγές
- Την ηλικία και την γενικότερη κατάσταση του ασθενούς
Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει χειρουργική αφαίρεση, χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία, στοχευμένες θεραπείες και ανοσοθεραπεία ή συνδυασμό αυτών.
Εξατομικευμένη θεραπεία ανάλογα με το στάδιο της νόσου
Πρώιμα Στάδια (Στάδιο 0–I-ΙΙ): Εδώ η χειρουργική επέμβαση είναι η κύρια θεραπεία. Μικροί καρκίνοι ή πολύποδες μπορούν να αφαιρεθούν μέσω κολονοσκόπησης (τοπική εκτομή ή πολυπεκτομή), ενώ μεγαλύτεροι όγκοι μπορεί να απαιτούν μερική κολεκτομή, μερικές φορές μαζί με αφαίρεση λεμφαδένων. Η επικουρική χημειοθεραπεία συνήθως δεν είναι απαραίτητη, εκτός αν υπάρχουν χαρακτηριστικά υψηλού κινδύνου, όπως εκείνοι που έχουν διεισδύσει στους γύρω ιστούς ή υπάρχει ανεπαρκής αφαίρεση λεμφαδένων κατά τη διάρκεια του χειρουργείου.
Τοπικά προχωρημένο Στάδιο III: Στην περίπτωση αυτή συνυπάρχει επινέμεση των επιχώριων λεμφαδένων. Η χειρουργική αφαίρεση του όγκου και των κοντινών λεμφαδένων είναι το πρότυπο, ακολουθούμενη από επικουρική χημειοθεραπεία. Συνήθη σχήματα περιλαμβάνουν FOLFOX (5-FU, λευκοβορινικό, οξαλιπλατίνη) ή CAPEOX (καπεσιταβίνη και οξαλιπλατίνη). Η διάρκεια μπορεί να ποικίλλει από 3 έως 6 μήνες ανάλογα με τους παράγοντες κινδύνου.
Στάδιο IV (Μεταστατική νόσος): Η θεραπεία εδώ επικεντρώνεται στον έλεγχο της εξάπλωσης του καρκίνου και μπορεί να περιλαμβάνει χειρουργική επέμβαση εάν και οι μεταστάσεις μπορούν να αφαιρεθούν, χημειοθεραπεία, στοχευμένη θεραπεία, ανοσοθεραπεία ή τεχνικές αφαίρεσης. Διάφορα σχήματα χημειοθεραπείας χρησιμοποιούνται ανάλογα με τα υπόπιπα προβλήματα του ασθενούς οπώς FOLFOX, FOLFIRI, CAPEOX ή FOLFOXIRI, συχνά σε συνδυασμό με στοχευμένα φάρμακα όπως bevacizumab, cetuximab ή panitumumab. Η ανοσοθεραπεία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για όγκους με υψηλή μικροδορυφορική αστάθεια (MSI-H) ή ανεπάρκεια επισκευής δυσαρμονίας (dMMR).
Μέθοδοι Θεραπείας
Χειρουργική: Η βάση για τα περισσότερα στάδια, που κυμαίνεται από ελάχιστα επεμβατικές λαπαροσκοπικές ή διαδικασίες με ρομπότ έως ανοιχτή κολοεκτομή. Μια κολοστομία ή ειλεοστομία μπορεί να είναι προσωρινή ή μόνιμη ανάλογα με την τοποθεσία και την έκταση του όγκου.
Χημειοθεραπεία: Συστηματική θεραπεία για τη θανάτωση των καρκινικών κυττάρων, χρησιμοποιείται ως επικουρική (μετά από χειρουργική επέμβαση), νεοεπικουρική (πριν από χειρουργική επέμβαση) ή παρηγορική θεραπεία. Οι παρενέργειες μπορούν να περιλαμβάνουν ναυτία, κόπωση, απώλεια μαλλιών και γαστρεντερικά συμπτώματα.
Ακτινοθεραπεία: Χρησιμοποιείται κυρίως για καρκίνο του ορθού ή για την ανακούφιση συμπτωμάτων σε προχωρημένη νόσο. Μπορεί να είναι εξωτερική ή εσωτερική (βραχυθεραπεία) και μερικές φορές συνδυάζεται με χημειοθεραπεία για αύξηση της αποτελεσματικότητας.
Στοχεύουσα Θεραπεία: Φάρμακα που επιτίθενται σε συγκεκριμένα μόρια των καρκινικών κυττάρων, όπως οι αναστολείς VEGF (bevacizumab) ή οι αναστολείς EGFR (cetuximab, panitumumab). Συνήθως χρησιμοποιούνται σε μεταστατική νόσο.
Ανοσοθεραπεία: Ανοσολογικοί αναστολείς όπως το pembrolizumab ή το nivolumab ενισχύουν την ικανότητα του ανοσοποιητικού συστήματος να επιτίθεται στα καρκινικά κύτταρα, ιδιαίτερα σε όγκους MSI-H ή dMMR.
Θεραπείες Αποδόμησης: Ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές όπως η αποδόμηση μέσω ραδιοκυμάτων, η κρυοθεραπεία ή η μικροκυματική αποδόμηση καταστρέφουν όγκους στο ήπαρ ή άλλες εστίες.
Υποστηρικτική και Ανακουφιστική Φροντίδα
Η υποστηρικτική φροντίδα αντιμετωπίζει τα συμπτώματα, τις παρενέργειες και την ποιότητα ζωής. Η παρηγοριτική ή ανακουφιστική φροντίδα μπορεί να παρέχεται παράλληλα με την ενεργό θεραπεία ή όταν η θεραπεία δεν είναι πλέον αποτελεσματική, περιλαμβάνοντας διαχείριση του πόνου, διατροφική υποστήριξη και συναισθηματική συμβουλευτική.
Νέες και Κλινικές Δοκιμές
Οι κλινικές δοκιμές προσφέρουν πρόσβαση σε νέα φάρμακα, συνδυαστικές θεραπείες και καινοτόμες χειρουργικές ή συστηματικές προσεγγίσεις. Αυτές μπορεί να είναι ιδιαίτερα σχετικές για προχωρημένο ή ανθεκτικό στη θεραπεία καρκίνο του παχέος εντέρου.
Συμπερασματικά…
Τα σχέδια θεραπείας εξατομικεύονται με βάση το στάδιο του καρκίνου, τη θέση του όγκου, τα γενετικά δείκτες και την υγεία του ασθενούς.
Οι πολυεπιστημονικές ομάδες φροντίδας (ογκολογικά συμβούλια), που περιλαμβάνουν χειρουργούς, ιατρούς ογκολόγους, ακτινοθεραπευτές και ειδικούς υποστηρικτικής φροντίδας, βελτιστοποιούν τα αποτελέσματα.
Η τακτική παρακολούθηση με κολονοσκόπηση, απεικονιστικές εξετάσεις και αιματολογικές δοκιμές (π.χ., επίπεδα CEA) είναι απαραίτητη για την παρακολούθηση πιθανής υποτροπής.
Η θεραπεία του καρκίνου του παχέος εντέρου έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο, προσφέροντας έναν συνδυασμό θεραπευτικών και επιλογών που παρατείνουν τη ζωή, με συνεχιζόμενη έρευνα που βελτιώνει την επιβίωση και την ποιότητα ζωής των ασθενών σε όλα τα στάδια.